Ώρα απιέναι, ορατόριο του Γιάννη Μπουφίδη

 

Ώρα απιέναι, ορατόριο του Γιάννη Μπουφίδη

 

“…Από καιρό ένιωθα την ενδόμυχη ροπή να προσεγγίσω με τη μουσική μου τον θαυμαστό κόσμο της Αρχαίας Ελλάδας και να συμβάλλω στην  ανάδειξή του (…)
«..Φιλοσοφίας.. μεγίστης μουσικής» και ο μεστός λόγος του Κώστα γέμισε τη σκέψη μου χρέος, την ψυχή μου ήχους και την παρτιτούρα μου νότες.
Η αναζήτηση της αισθητικής, αβίαστα είναι μια συναρπαστική περιπέτεια: Ο άμετρος στίχος οδήγησε σε μέτρα μικτά και τονισμούς. Η φιλοσοφική διατύπωση, σε επιστράτευση δρόμων βυζαντινών, εναρμονίσεις συνδυασμένες ανατολικού και δυτικού τύπου, με βυζαντινό ενίοτε μελωδικό θέμα, υποβασταζόμενο από αρμονίες τετράφωνες. Η ορατοριακή δομή, στη συνθετική και ενορχηστρωτική διατύπωση των εισαγωγών, προσδιορίζοντας έτσι και σκηνοθετικά την κινησιολογία των ερμηνευτών του έργου (…)”

Από το σημείωμα του Συνθέτη 

 
 

Κασετίνα με 2 CD και ένθετο βιβλίο σε 4 γλώσσες

Το Ορατόριο «Ώρα απιέναι» από την ομώνυμη φιλοσοφική τραγωδία του Κώστα Ε. Μπέη αναφέρεται στη δίκη και θανάτωση του Σωκράτη καθώς και στις ηρωικές επιλογές που τον ανέδειξαν ως τον τραγικό ήρωα της φιλοσοφίας.

Η ποίηση του ΚΩΣΤΑ ΜΠΕΗ και η μουσική του ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΟΥΦΙΔΗ (του Κωστή Δεμερτζή)
Η «δίκη του Σωκράτη», όπως αναπτύχθηκε στη «φιλοσοφική τραγωδία» «Ώρα απιέναι» του Κώστα Μπέη, συνοψίζει τις ιδέες, αλλά και τις μορφές, όλης της πνευματικής πορείας του συγγραφέα του, από την αρχαιολογία, την ιστορία, την νομική, την φιλοσοφία, την ποίηση, ως τον κινηματογράφο – είναι κι αυτός μια επιστήμη – και το θέατρο, στο οποίο, τελικά, ανήκει.
Ως προς την σπερματική της ιδέα, η «φιλοσοφική τραγωδία» είναι πολυσήμαντη: στη θέση του Σωκράτη, μπορούμε να διαβάσουμε τον σημερινό στοχαστή, και η «φιλοσοφική τραγωδία» του πρώτου, μπορεί να διαβαστεί ως εκείνη του συγγραφέα της.
Ως ποίημα, ανήκει απροκάλυπτα στο φιλοσοφικό, και ειδικότερα στο διδακτικό είδος. Αυτό, καταρχήν, αφορά την τελική μορφή των ποιητικών τμημάτων του. Το δεύτερο πρόσωπο, ιδίως, οικείο και νομιμοποιημένο στην νεώτερή μας ποίηση, τουλάχιστον από τον Καβάφη («Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη…»), εδώ χρησιμοποιείται χαρακτηριστικά:
«Τέτοιο θεό είναι ντροπή μ’ εμπορικές συνήθειες να ευτελίζεις / δίνοντας για να λάβεις.
Μέσα στον νου σου ζήτα τον. / Σε ώρα περισυλλογής και μοναξιάς / θα τον αφουγκραστείς».
Αυτή η διατύπωση αφορά τον τελικό αποδέκτη του έργου. Ο Μπέης απευθύνεται σ’ αυτόν ΑΜΕΣΑ με τον δεύτερο ενικό των στίχων του. Αφορά, όμως, και τον αρχικό πυρήνα, την μορφολογία της σκεπτικής περιπέτειας, η οποία αναχωνεύει την μεταφυσική αγωνία στην ηθική, και την τελευταία στο ηθικό απόφθεγμα.
Όσον αφορά την μελοποίηση, την οποία συνεισέφερε ο Μπουφίδης στη «φιλοσοφική τραγωδία» του Μπέη, θα επισημάνουμε ότι η τελευταία, στην μέχρι τώρα πορεία προς το κοινό της, εμφανώς επιζητούσε τη μουσική. Ο Γιάννης Μπουφίδης, συνεπώς, με την εργασία του, κάλυψε μιαν ανάγκη. Ο τρόπος που καλύφθηκε η ανάγκη αυτή συνίσταται – κατά φιλοσοφική κυριολεξία – στη συμπλήρωση της ηθικής διάστασης με μιαν αισθητική. Με τον τρόπο αυτό, αισθανόμαστε ότι δεν ξεφεύγουμε από την περιοχή της φιλοσοφίας. Ούτε και η ποίηση έχει ξεφύγει, αφού η ηθική (ως αντικείμενο της διδακτικής ποίησης) αποτελεί φιλοσοφικό κλάδο. Ούτε και η μουσική ξεφεύγει, αφού και η αισθητική αποτελεί επίσης φιλοσοφικό κλάδο.
Ο Μπουφίδης, από την πλευρά του, πλησίασε τους στίχους του Μπέη με ένα έτοιμο και αναγνωρίσιμο ύφος, διαμορφωμένο, κατά τις γενικές του αρχές, πάνω σε βάσεις της αισθητικής. Εδώ, αναφέρομαι σε τρία πράγματα:
(α) Την αντίληψη του ωραίου, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από την Δυτική αισθητική, ως αισθητική του διευρυμένου ευρωπαϊκού χώρου, δηλαδή ενός χώρου ο οποίος προέρχεται απευθείας – ιδίως ως «αισθητική» – από τον Ελληνικό.
(β) Το βυζαντινό και το γενικότερο παραδοσιακό μέλος, επίσης ως συνέχεια – διαφορετική από την προηγούμενη – της Ελληνικής μουσικής (ο Μπουφίδης είναι πρώτα μουσικός της βυζαντινής μουσικής, και στη συνέχεια της δυτικής). Και
(γ) τον βυζαντινό τρόπο, ως μελοποιία του νεώτερου ποιητικού λόγου. Όσον αφορά το τελευταίο, ο Μπουφίδης μεταχειρίζεται ένα εύκαμπτο, εύχρηστο και ευπροσάρμοστο όργανο, του οποίου η νεώτερη διαμόρφωση έχει γίνει αποφασιστικά από τον Μίκη Θεοδωράκη. Αυτό αφορά και στη δύναμη των εκτελεστών που χρησιμοποιεί ο Μπουφίδης, που είναι συμφωνική ορχήστρα (το σύνολο εγχόρδων Αρμονία), λαϊκά όργανα (με προεξάρχον το κλαρίνο – Φίλιππος Τσεμπερούλης), χορωδία (το χορωδιακό σύνολο FonsMusicalis), σολίστες (υψίφωνος – η Τζίνα Φωτεινοπούλου– μεσόφωνος – η Σοφία Καπετανάκου – βαρύτονος – ο Κωστής Κωνσταντάρας), ψάλτης (ο Γιώργος Φανάρας) και αφηγητές (Λυκούργος Καλλέργης, Γρηγόρης Βαλτινός και για κάποια στιγμή συναισθηματικής φόρτισης του συγγραφέα, ο ίδιος). Πρόκειται, από μιαν άποψη, για το «πάντρεμα» των μουσικών περιοχών που αποτόλμησε ο Θεοδωράκης στο «Άξιον Εστί», όπου, όμως, αντί για μπουζούκι, ο Μπουφίδης χρησιμοποιεί το κλαρίνο, και αντί για τον λαϊκό τραγουδιστή, λυρικούς αοιδούς. Ο τελευταίος, επίσης, εισάγει τις περισσότερες δυνάμεις του σ’ όλα τα μέρη του έργου, και δεν τις χρησιμοποιεί για να τα διακρίνει μεταξύ τους, όπως είχε κάνει ο Θεοδωράκης του «Άξιον Εστί». Ο Μπουφίδης, στη συνέχεια, ακολουθεί το δικό του δρόμο, ένα δρόμο χαρακτηριστικά βυζαντινότροπο. Η σύλληψή του – και γι’ αυτό έγραψα ότι ο Μπουφίδης είναι πρώτα βυζαντινός μουσικός – είναι πρώτα μονοφωνική και τροπική, χωρίς να λείπουν η αντίστιξη, η «εναρμόνιση», και μια ιδιότυπη «ενορχήστρωση», όπου όλη η ορχήστρα χρησιμοποιείται στο μεγαλύτερο μέρος «τούττι», και με τα τύμπανα να κρατούν το ρυθμό. Οι εναλλαγές της μορφής, στο πλαίσιο του κάθε μέρους, στηρίζονται περισσότερο στην εναλλαγή των βυζαντινών μουσικών τρόπων, ή στην εναλλαγή των σολιστών, παρά στην διαφοροποίηση των ενορχηστρωτικών μέσων.
Η «αισθητική», στη μουσική αυτή, ρυθμίζει και ποδηγετεί την όλη κατασκευή, καθώς βρίσκεται παντού: στην μελοποιία, στην εναρμόνιση, στην ενορχήστρωση, στην διεύθυνση – του ίδιου του Μπουφίδη – στην εκτέλεση.
Το αποτέλεσμα είναι ένας χαρακτηριστικός «ελληνικός» ήχος, που κινείται σε τόνους μιας διαρκούς έξαρσης, μ’ έναν τρόπο πρωτότυπο, υπό την έννοια ότι δεν ξέρω άλλο συνθέτη να συνδυάζει τα μέσα του με τον τρόπο που τα συνδυάζει ο Μπουφίδης.
Οι διδακτικοί στίχοι του Μπέη μελοποιήθηκαν, σε μεγάλο μέρος, με τον τρόπο αυτό, ενώ στην αρχή κάθε μέρους απαγγέλθηκαν από τους αφηγητές με μουσική υπόκρουση. Έτσι, η μουσική συνεισέφερε την εγγενή της υποβολή σ’ έναν λόγο ο οποίος ακούγεται από όλους πεντακάθαρα και μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ  12/03/2004


ΕΡΜΗΝΕΥΤΕΣ

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ

Σωκράτης

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΒΑΛΤΙΝΟΣ

Ερμογένης

ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΕΗΣ

Φαίδων

 ΤΖΙΝΑ ΦΩΤΕΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

 Διοτίμα

ΚΩΣΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

 Κρίτων

ΣΟΦΙΑ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΟΥ

 Ήρα

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΑΝΑΡΑΣ

 Απολλόδωρος

ΣΟΛΙΣΤΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΤΣΕΜΠΕΡΟΥΛΗΣ

 Φλάουτο - Κλαρίνο

ΘΑΝΟΣ ΓΚΙΟΥΛΕΤΖΗΣ

 Βιολί

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

 Πολίτικη λύρα

ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΑΠΠΟΣ

 Ούτι - Λαούτο

ΜΑΝΟΣ ΚΟΥΤΣΑΓΓΕΛΙΔΗΣ

 Κανονάκι

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΠΑΣ

 Κρουστά

ΚΩΣΤΑΣ  ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

 Κιθάρες

ΧΡΗΣΤΟΣ  ΚΑΛΟΥΔΗΣ

 Κόρνο

ΣΥΝΟΛΟ ΕΓΧΟΡΔΩΝ
ΑΡΜΟΝΙΑ

ΧΟΡΩΔΙΑΚΟ ΣΥΝΟΛΟ
FONS MUSICALIS
(Δ/νση  Κ. Κωνσταντάρας)

ΣΥΝΘΕΣΗ
ΕΝΟΡΧΗΣΤΡΩΣΗ - ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗ - ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ

 
Ώρα απιέναι, ορατόριο του Γιάννη Μπουφίδη
 
Ώρα απιέναι, ορατόριο του Γιάννη Μπουφίδη